Η σύγκρουση στη Ροζάβα & τα όρια του Έθνους-Κράτους: Μία θέση για πολιτική αλληλεγγύη

Η σύγκρουση στη Ροζάβα & τα όρια του Έθνους-Κράτους: Μία θέση για πολιτική αλληλεγγύη

Η Ροζάβα, η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπη με μια συνολική επίθεση που απειλεί τη φυσική, κοινωνική και πολιτική της επιβίωση. Δεν πρόκειται για μια ακόμη επεισοδιακή πολεμική κλιμάκωση, ούτε για μια ουδέτερη αναδιάταξη ισχύος στην περιοχή. Πρόκειται για μια διαρκή σύγκρουση με σαφές πολιτικό περιεχόμενο, την προσπάθεια διάλυσης ενός εγχειρήματος αυτοδιοίκησης που αμφισβητεί, στην πράξη, κυρίαρχες μορφές εξουσίας.

Η Ροζάβα δεν παρουσιάζεται εδώ ως ένα ολοκληρωμένο ή άμοιρο αντιφάσεων μοντέλο αλλά ως ένα ανοιχτό κοινωνικό και πολιτικό πείραμα, διαμορφωμένο σε συνθήκες πολέμου, πολιορκίας και διαρκούς εξωτερικής απειλής. Ένα εγχείρημα και μία de facto πολιτική οντότητα που κατάφερε να μετατοπίσει την πολιτική εξουσία από το Κράτος προς τις κοινότητες, να ενσωματώσει τη γυναικεία απελευθέρωση ως δομική αρχή της κοινωνικής οργάνωσης και να αναζητήσει μορφές ζωής λιγότερο εξαρτημένες από την πατριαρχία, τον εθνοκρατισμό και την καπιταλιστική ανάπτυξη. Ακριβώς επειδή αυτή η προσπάθεια παραμένει ατελής, εύθραυστη και αντιφατική, γίνεται και στόχος. Η τωρινή επίθεση δεν στρέφεται μόνο εναντίον εδαφών ή στρατιωτικών δομών αλλά εναντίον της δυνατότητας να υπάρξει κοινωνική αυτοοργάνωση έξω από το κυρίαρχο κρατικό και καπιταλιστικό πλαίσιο. Για εμάς, λοιπόν, το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι απλώς το μέλλον μιας περιοχής αλλά το αν τέτοιες πολιτικές δυνατότητες μπορούν να υπάρχουν χωρίς να συντριβούν.

Υπερασπιζόμαστε τη Ροζάβα όχι ως ιδεατή εικόνα αλλά ως συγκεκριμένη πολιτική διαδικασία – μια διαδικασία που συγκρότησε και λειτουργεί εδώ και χρόνια θεσμούς αυτοδιοίκησης από-τα-κάτω: κομμούνες, τοπικά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις, μορφές συλλογικής οικονομίας και κοινωνικής αυτοάμυνας. Θεσμούς που δεν γεννήθηκαν σε συνθήκες σταθερότητας αλλά μέσα στον πόλεμο, την ανασφάλεια και την ανάγκη άμεσης επιβίωσης. Η Δημοκρατική Συνομοσπονδία που έχει δημιουργηθεί δεν αποτελεί ένα ενιαίο, ομοιογενές σύστημα αλλά ένα πλέγμα κοινοτήτων, λαών, γλωσσών και θρησκειών που επιχειρεί να συνυπάρξει χωρίς να υποταχθεί σε ένα κυρίαρχο εθνοκρατικό κέντρο. Αυτή η επιλογή δεν εξαλείφει τις εντάσεις, τις καθιστά ορατές και πολιτικά διαχειρίσιμες, αντί να τις καταστέλλει μέσω κρατικής βίας.

Οι θεσμοί αυτοί έχουν συγκροτηθεί εν μέσω μιας διαρκούς έντασης με τις υλικές συνθήκες του πολέμου: την ανάγκη για άμυνα, τη στρατιωτικοποίηση και τις εξωτερικές πιέσεις. Η αυτοκυβέρνηση στη Ροζάβα δεν υπήρξε ποτέ «καθαρή» ή πλήρης· συνεχίζει να υπάρχει ως μια διαρκής προσπάθεια περιορισμού της συγκέντρωσης εξουσίας, όχι εξάλειψής της απλώς με μία διακήρυξη. Ακριβώς σε αυτή την «ατέλεια» βρίσκεται και η πολιτική της σημασία. Η Ροζάβα δείχνει ότι η δημοκρατία δεν είναι μια θεσμική φόρμα που εγκαθίσταται άπαξ και δία παντός αλλά μια σχέση εξουσίας που αμφισβητείται καθημερινά· ότι η αυτοοργάνωση δεν αναιρεί την ανάγκη συντονισμού αλλά θέτει το ερώτημα: ποιος αποφασίζει, με ποιους όρους και υπό ποιον έλεγχο.

Σήμερα, το εγχείρημα της Ροζάβα απειλείται άμεσα, όχι μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλά στο ίδιο το πολιτικό του περιεχόμενο. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών και εβδομάδων συγκλίνουν σε μια σαφή κατεύθυνση: πίεση για παράδοση εδαφών, αφοπλισμό των δομών αυτοάμυνας και διάλυση των θεσμών αυτοδιοίκησης που συγκροτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Αυτές οι πιέσεις παρουσιάζονται συχνά ως αναγκαία βήματα «σταθεροποίησης» και «επιστροφής στην κανονικότητα». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πολιτική επιλογή επαναφοράς ενός συγκεντρωτικού κρατικού μοντέλου, υπό τη Δαμασκό, το οποίο προϋποθέτει την εκκαθάριση της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, την αποπολιτικοποίηση των κοινοτήτων και την υποταγή τους σε ιεραρχικούς μηχανισμούς εξουσίας.

Παράλληλα, επιθέσεις και κινήσεις πολιτοφυλακών, ρευστές συμμαχίες και πρακτικές τρομοκράτησης διαμορφώνουν ένα περιβάλλον γενικευμένης ανασφάλειας. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς στρατιωτική πίεση αλλά κοινωνική αποσύνθεση: διάρρηξη κοινοτικών δεσμών, εκτοπισμοί πληθυσμών και υπονόμευση της δυνατότητας συλλογικής αντίστασης. Το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι μόνο η απώλεια ελέγχου επί των εδαφών, αλλά η απώλεια πολιτικής δυνατότητας. Ο αφοπλισμός και η διάλυση των θεσμών δεν σημαίνουν απλώς το τέλος ενός ένοπλου εγχειρήματος αλλά την αναίρεση της δυνατότητας των κοινοτήτων να αποφασίζουν για τη ζωή τους. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη σύγκρουση υπαρξιακή για τη Ροζάβα.

Το Κομπανί, ιστορικό σύμβολο της ήττας του Ισλαμικού Κράτους και της δυνατότητας κοινωνικής αυτοάμυνας, βιώνει ξανά συνθήκες πλήρους πολιορκίας και αποκοπής. Η πολιορκία αυτή δεν εκδηλώνεται μόνο με στρατιωτικούς όρους αλλά μέσω της συστηματικής αποσύνδεσης της πόλης από τις βασικές υποδομές ζωής. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, μετά την κατάληψη κρίσιμων υποδομών, διακόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, γεγονός που οδήγησε άμεσα και στη διακοπή της υδροδότησης. Παράλληλα, η πλήρης διακοπή των υπηρεσιών διαδικτύου και επικοινωνίας, λόγω του ελέγχου και της λεηλασίας του κεντρικού κόμβου, απομόνωσε την πόλη τόσο υλικά όσο και πολιτικά. Το κλείσιμο όλων των δρόμων πρόσβασης έχει αφήσει το Κομπανί σε κατάσταση πλήρους αποκλεισμού. Χιλιάδες άνθρωποι από τα γύρω χωριά καταφεύγουν στο κέντρο της πόλης, ενώ άμαχοι αναγκάζονται να διανυκτερεύουν σε δρόμους, σχολεία και θρησκευτικούς χώρους λόγω έλλειψης στέγης. Καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις σε ψωμί και βασικά αγαθά.

Η σημασία αυτών των πρακτικών δεν είναι απλώς ανθρωπιστική. Η αποκοπή από νερό, ρεύμα, τροφή και επικοινωνίες λειτουργεί ως μέθοδος πολέμου ενάντια στην κοινωνία. Δεν πρόκειται για «παράπλευρες απώλειες», αλλά για στοχευμένες πρακτικές που αποσκοπούν στην κάμψη της κοινωνικής αντοχής, στην αποδιάρθρωση των συλλογικών δομών και στην επιβολή παράδοσης χωρίς πολιτική διαπραγμάτευση. Επιπλέον, η πλήρης διακοπή των επικοινωνιών εμποδίζει κάθε ανεξάρτητη επαλήθευση των γεγονότων και κάθε επείγουσα ανθρωπιστική παρέμβαση. Αυτή η αδιαφάνεια δεν είναι τυχαία, αποτελεί μέρος της στρατηγικής της πολιορκίας, καθώς μετατρέπει την απομόνωση σε εργαλείο ατιμωρησίας.

Η βία που ασκείται σήμερα στη Ροζάβα δεν είναι τυφλή ούτε χαοτική. Στοχοποιεί με ακρίβεια ό,τι συγκροτεί κοινωνική και πολιτική αυτονομία: τους θεσμούς της Δημοκρατικής Αυτοδιοίκησης, τις κοινοτικές δομές και ιδίως τις μορφές γυναικείας οργάνωσης. Κυκλοφορούν καταγγελίες για ωμότητες και εγκλήματα από δυνάμεις που επιχειρούν είτε στο πλευρό είτε υπό την ανοχή κεντρικών κρατικών μηχανισμών και συμμαχικών πολιτοφυλακών. Αυτές οι πρακτικές δεν μπορούν να ιδωθούν ως μεμονωμένες ακρότητες. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική τρομοκράτησης, με στόχο την κάμψη της κοινωνικής αντίστασης και τη διάλυση της συλλογικής αυτοπεποίθησης.

Μια από τις πιο βολικές αφηγήσεις που επανέρχονται διαρκώς είναι εκείνη της «εθνοτικής σύγκρουσης»: Κούρδοι εναντίον Αράβων, ανταγωνισμοί κοινοτήτων, τοπικό πρόβλημα σε μια «δύσκολη» περιοχή. Αυτή η αφήγηση δεν είναι απλώς απλουστευτική, λειτουργεί πολιτικά, καθώς αποσπά την προσοχή από τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τη σύγκρουση. Οι εθνοτικές και κοινοτικές ταυτότητες είναι υπαρκτές και ιστορικά φορτισμένες. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχουν αλλά πώς και από ποιους ενεργοποιούνται. Στη σημερινή σύγκρουση, αυτές οι ταυτότητες χρησιμοποιούνται συστηματικά για να συγκαλύψουν μια βαθιά πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση: ανάμεσα σε ένα εγχείρημα κοινωνικού μετασχηματισμού και σε δυνάμεις που υπερασπίζονται ιεραρχίες, προνόμια και εδραιωμένες μορφές εξουσίας.

Καθοριστικό ρόλο παίζουν τοπικές ελίτ και οικονομικά συμφέροντα: δίκτυα γαιοκτησίας, εμπορικά κυκλώματα, φατρίες που λειτουργούν ως αγροτική και αστική τάξη, μηχανισμοί ελέγχου πάνω σε εργάτ-ρι-ες, στη νεολαία και στις γυναίκες. Αυτές οι δομές δεν αντιτίθενται στη Ροζάβα επειδή είναι «ξένη» ή «άλλη» αλλά επειδή απειλεί τον κοινωνικό τους έλεγχο. Η σύγκρουση, επομένως, δεν μπορεί να κατανοηθεί ούτε ως καθαρά εθνοτική ούτε ως αφηρημένα ταξική. Είναι πολιτική σύγκρουση γύρω από το ποιος αποφασίζει, ποιος κατέχει τη γη, ποιος ελέγχει την εργασία και ποιος ορίζει τους κοινωνικούς κανόνες. Η εθνοτική αφήγηση λειτουργεί εδώ ως κάλυμμα και όχι ως αιτία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συστηματική στοχοποίηση της γυναικείας οργάνωσης. Σε μια κοινωνία όπου η γυναικεία συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, στην αυτοάμυνα και στη θεσμική συγκρότηση αποτελεί δομικό στοιχείο του πολιτικού εγχειρήματος, η επίθεση στις γυναίκες δεν αποτελεί μόνο έμφυλη βία. Είναι άμεση επίθεση στον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνικής αναδιάρθρωσης που επιχειρείται. Η τρομοκρατία λειτουργεί εδώ ως πολιτική μέθοδος, όχι απλώς για να επιβάλει τον φόβο, αλλά για να ανασυστήσει μια πατριαρχική και αυταρχική «κανονικότητα», όπου η κοινωνία επιστρέφει σε ρόλους υποταγής, σιωπής και ατομικής επιβίωσης. Η βία δεν αποσκοπεί μόνο στη νίκη επί ενός αντιπάλου, αλλά στην ακύρωση της ίδιας της δυνατότητας συλλογικής πολιτικής ζωής.

Έτσι, το εγχείρημα της Ροζάβα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς τον φεμινιστικό του πυρήνα. Η γυναικεία απελευθέρωση δεν αποτέλεσε συμπληρωματικό αίτημα ή «θεματική πολιτική», αλλά δομική αρχή της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. Οι γυναίκες στη Ροζάβα δεν συμμετέχουν απλώς, αλλά οργανώνουν, αποφασίζουν, θεσμίζουν και υπερασπίζονται. Η ισότητα των φύλων δεν περιορίζεται σε ρητορική αναγνώριση, αλλά ενσωματώνεται σε υλικές διατάξεις εξουσίας: υποχρεωτική συν-προεδρία, ισοτιμία στα συλλογικά όργανα, αυτόνομες γυναικείες δομές και μορφές συλλογικής αυτοάμυνας.

Αυτή η αναδιάταξη της εξουσίας δεν είναι βέβαια ούτε ομαλή ούτε αναίμακτη. Συγκρούεται άμεσα με παγιωμένες πατριαρχικές σχέσεις, οικογενειακές ιεραρχίες και κοινωνικούς ρόλους. Η αντίδραση απέναντι στη γυναικεία χειραφέτηση δεν αποτελεί «πολιτισμική παρεξήγηση», αλλά μια πολιτική αντίσταση στην απώλεια ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, η jineologî δεν εμφανίζεται ως θεωρητική ιδιορρυθμία αλλά ως προσπάθεια ανασυγκρότησης της γνώσης από τη σκοπιά των γυναικών, σε ρήξη με πατριαρχικές και αποικιακές μορφές κατανόησης της κοινωνίας. Πρόκειται για εργαλείο πολιτικής κατανόησης και πρακτικής παρέμβασης, όχι για αφηρημένο ιδεολογικό σχήμα. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που το εγχείρημα της Ροζάβα αντιμετωπίζεται με τόσο έντονη εχθρότητα από θεοκρατικές και αυταρχικές δυνάμεις, όχι απλά επειδή «απειλεί παραδόσεις» αλλά επειδή αποδεικνύει στην πράξη το ότι η πατριαρχία δεν είναι φυσική τάξη αλλά κοινωνική σχέση που μπορεί να ανατραπεί.

Η Ροζάβα έχει αποτελέσει και πεδίο πειραματισμού γύρω από τον τρόπο παραγωγής και τη σχέση κοινωνίας-φύσης. Σε μια περιοχή ιστορικά εξαρτημένη από μονοκαλλιέργειες, εξορυκτικά μοντέλα και οικολογική λεηλασία, οι κοινότητες επιχείρησαν, ακόμη και σε συνθήκες πολέμου και πολιορκίας, να αμφισβητήσουν το δόγμα της «ανάπτυξης με κάθε κόστος». Αυτή η προσπάθεια δεν υπήρξε ούτε γραμμική ούτε ανεμπόδιστη. Η ανάγκη επιβίωσης, οι ενεργειακές ελλείψεις και η απομόνωση επέβαλαν συχνά αντιφατικές επιλογές. Όμως ακριβώς μέσα σε αυτούς τους περιορισμούς τέθηκε το πολιτικό ερώτημα: πώς αναπαράγεται η ζωή όταν η οικονομία δεν οργανώνεται γύρω από το κέρδος, το πετρέλαιο και την εξαγωγή;

Οι οικολογικές πρωτοβουλίες και η καμπάνια «Να ξανακάνουμε τη Ροζάβα πράσινη» δεν αποτέλεσαν επικοινωνιακά σχήματα αλλά απάντηση σε υπαρξιακά διλήμματα. Η ανασυγκρότηση της γεωργίας, η συλλογική διαχείριση των πόρων και η προσπάθεια αποκατάστασης του περιβάλλοντος συνδέθηκαν άμεσα με την αυτονομία των κοινοτήτων και τη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικά κέντρα ισχύος. Η οικολογία στη Ροζάβα δεν είναι ουδέτερη. Συγκρούεται με την πολεμική οικονομία, με τα συμφέροντα που βασίζονται στην εκμετάλλευση της γης και με τη λογική της ανάπτυξης που μετριέται σε στρατούς, σύνορα και ορυκτούς πόρους. Γι’ αυτό και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής σύγκρουσης – όχι δευτερεύον ηθικό πρόσημο.

Οι παγκόσμιες δυνάμεις και τα Κράτη αντιμετώπισαν τη Ροζάβα εργαλειακά από την πρώτη στιγμή. Τη στήριξαν όσο εξυπηρετούσε τις γεωπολιτικές τους ανάγκες, ιδιαίτερα στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, και ήταν έτοιμες να την εγκαταλείψουν μόλις οι συσχετισμοί ισχύος μεταβλήθηκαν. Αυτός ο κυνισμός δεν αποτελεί πολιτική αστοχία ούτε εξαίρεση. Είναι δομικό χαρακτηριστικό του κρατικού κόσμου. Τα κράτη δεν αναγνωρίζουν κοινωνίες, αναγνωρίζουν ομόλογά τους: σύνορα, κυβερνήσεις, στρατούς. Μια κοινωνία που αυτοδιοικείται, που δεν διεκδικεί κρατική συγκρότηση και δεν εντάσσεται σε κάποιο σταθερό γεωπολιτικό στρατόπεδο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν μπορεί να προστατευθεί.

Οι τακτικές συμμαχίες που συνήψε η Ροζάβα δεν συνιστούν πολιτική αυταπάτη, αλλά επιλογή επιβίωσης σε συνθήκες ασύμμετρης απειλής. Το κρίσιμο λάθος δεν θα ήταν η ύπαρξη αυτών των συμμαχιών, αλλά η προσδοκία ότι θα μπορούσαν να μετατραπούν σε διαρκείς στρατηγικές εγγυήσεις. Η σημερινή πίεση για αφοπλισμό και διάλυση των δομών αυτοάμυνας επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό το όριο. Η διεθνής εγκατάλειψη της Ροζάβα δεν αποκαλύπτει την «ασυνέπεια» των ισχυρών αλλά το κενό ενός διεθνούς συστήματος που δεν διαθέτει καμία γλώσσα για πολιτικές μορφές πέρα από το Κράτος. Ό,τι δεν χωρά σε αυτή τη γλώσσα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα ή ως αναλώσιμο εργαλείο.

Στη σημερινή φάση της σύγκρουσης, ο ρόλος του τουρκικού και του συριακού κράτους είναι κεντρικός. Και τα δύο αντιμετωπίζουν τη Ροζάβα ως πολιτική απειλή, όχι πρωτίστως ως στρατιωτικό αντίπαλο. Η ύπαρξη ενός εγχειρήματος δημοκρατικής αυτοδιοίκησης, συνομοσπονδιακής οργάνωσης και γυναικείας απελευθέρωσης λειτουργεί ως αρνητικό παράδειγμα για την περιφερειακή τους στρατηγική αλλά και ως ένα «επικίνδυνο» παράδειγμα πολιτικής ενδυνάμωσης παγκοσμίως. Στο πλαίσιο αυτό, η χρησιμοποίηση πολιτοφυλακών, παρακρατικών δικτύων και τζιχαντιστικών ομάδων δεν αποτελεί απόκλιση από την κρατική πολιτική, αλλά εργαλείο εφαρμογής της. Αυτές οι δυνάμεις λειτουργούν ως ενδιάμεσοι φορείς βίας, επιτρέποντας την άσκηση πίεσης, τον εκτοπισμό πληθυσμών και την τρομοκράτηση των κοινοτήτων χωρίς άμεση ανάληψη ευθύνης.

Οι πρακτικές πολιορκίας, εκτοπισμού και εκφοβισμού δεν στοχεύουν απλώς σε στρατιωτική νίκη. Συνιστούν στρατηγική κοινωνικής ερήμωσης: αποδυνάμωση των κοινοτικών δεσμών, διάλυση της πολιτικής αυτοπεποίθησης και μετατροπή της κοινωνίας σε διαχειρίσιμο πληθυσμό. Όταν η γη αδειάζει από τους ανθρώπους της ή όταν αυτοί εξαναγκάζονται σε σιωπή και παθητικότητα, η πολιτική δυνατότητα εξουδετερώνεται. Αυτή η στρατηγική δεν αποσκοπεί μόνο στον έλεγχο εδαφών, αλλά στην εξάλειψη της δυνατότητας η Ροζάβα να λειτουργήσει ως ζωντανό πολιτικό παράδειγμα, ικανό να εμπνεύσει πέρα από τα σύνορά της.

Η υπεράσπιση της Ροζάβα συνδέεται, τελικά, άμεσα με ένα ευρύτερο θεωρητικό και πολιτικό διακύβευμα: την αμφισβήτηση του Έθνους-Κράτους ως αναγκαίας και φυσικής μορφής πολιτικής οργάνωσης. Το “Δημοκρατικό Έθνος”, όπως αυτό διατυπώνεται και αντιπαραβάλλεται στα πλαίσια του εγχειρήματος, δεν αποτελεί κάποια έτοιμη λύση, αλλά πρόταση σε εξέλιξη. Η Ροζάβα δεν ισχυρίζεται ότι έχει επιλύσει το πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης πέρα από το κράτος. Αντίθετα, επιχειρεί να το αντιμετωπίσει στην πράξη, μέσα σε συνθήκες ακραίας πίεσης. Η συνομοσπονδία κοινοτήτων, η διάχυση της εξουσίας και η απόρριψη της εθνοκρατικής ομοιομορφίας συνιστούν μια προσπάθεια υπέρβασης, όχι την κατάληξη αυτής της υπέρβασης.

Αυτή η επιλογή εμπεριέχει πραγματικά διλήμματα: πώς συντονίζονται διαφορετικές κοινότητες χωρίς συγκεντρωτικό μηχανισμό, πώς διασφαλίζεται η άμυνα χωρίς μόνιμη στρατιωτική ιεραρχία, πώς αποτρέπεται η ανάδυση νέων ελίτ στο εσωτερικό των θεσμών; Η Ροζάβα καθιστά αυτά τα ερωτήματα πολιτικά ορατά και προχωρά ρωτώντας. Ακριβώς γι’ αυτό, το εγχείρημα προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση. Όχι επειδή αποτελεί «τέλειο μοντέλο» αλλά επειδή αποκαλύπτει τα ιστορικά όρια του έθνους-κράτους και θέτει το ερώτημα της πολιτικής οργάνωσης ξανά στο επίπεδο της κοινωνίας.

Σε αυτό το σημείο απαιτείται ένας ξεκαθαρός πολιτικός διαχωρισμός. Η Ροζάβα, ως κομμάτι του κουρδικού αγώνα, μοιράζεται με άλλα αντιαποικιακά και απελευθερωτικά κινήματα της περιοχής παρόμοιες ιστορικές εμπειρίες καταπίεσης, εκτοπισμού και βίας. Αυτή η κοινή εμπειρία αποτελεί βάση αλληλεγγύης. Εκεί όπου οι δρόμοι αποκλίνουν είναι στις πολιτικές επιλογές. Ενώ σε πολλά αντιαποικιακά κινήματα κυριάρχησε η στρατηγική της συγκρότησης ενός νέου έθνους-κράτους ως απάντηση στην καταπίεση, στη Ροζάβα επιλέχθηκε μια διαφορετική κατεύθυνση: η ρήξη με το εθνοκρατικό πρότυπο και η συγκρότηση συνομοσπονδίας κοινοτήτων. Αυτή η απόκλιση δεν είναι αφηρημένη θεωρητική διαφωνία. Το έθνος-κράτος, ακόμη και όταν γεννιέται από απελευθερωτικούς αγώνες, τείνει να αναπαράγει νέες ελίτ, νέες ιεραρχίες και νέες πατριαρχικές δομές εξουσίας. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι συχνά μετατρέπει την κοινωνική απελευθέρωση σε μία νέα κρατική και εγχώρια κυριαρχία. Η αλληλεγγύη μας, επομένως, σημαίνει και την αναγνώριση των αδιεξόδων, την άσκηση κριτικής και την υπεράσπιση εκείνων των εγχειρημάτων που επιχειρούν να υπερβούν τις μορφές εξουσίας που τα ίδια τα αντιαποικιακά κινήματα συχνά κατέληξαν να αναπαράγουν.

Η Ροζάβα, ως μια «δημοκρατία χωρίς κράτος», αποκαλύπτει τα όρια και τις αντιφάσεις του διεθνούς συστήματος. Η διεθνής «νομιμότητα» δεν αποτελεί ουδέτερο πεδίο κανόνων, αλλά μηχανισμό αναγνώρισης συγκεκριμένων πολιτικών μορφών: κρατών, συνόρων και κυβερνήσεων. Μια πολιτική οντότητα που αυτοδιοικείται, που δεν διεκδικεί κρατική κυριαρχία και δεν εντάσσεται σε αναγνωρισμένο κρατικό πλαίσιο, δεν μπορεί να υπογράψει συνθήκες, να ζητήσει εγγυήσεις ή να απαιτήσει προστασία. Αντιμετωπίζεται είτε ως πρόβλημα προς διαχείριση είτε ως εργαλείο προς χρήση. Αυτή η συνθήκη δεν είναι απλώς άδικη, είναι πολιτικά επικίνδυνη. Η απουσία διεθνούς αναγνώρισης σημαίνει θεσμική έκθεση στη βία, αδυναμία πρόσβασης σε μηχανισμούς προστασίας και πλήρη εξάρτηση από μεταβαλλόμενους συσχετισμούς ισχύος. Η επιλογή να μην συγκροτηθεί κράτος δεν συνεπάγεται μόνο ηθική υπεροχή αλλά και υλικούς κινδύνους. Ωστόσο, η Ροζάβα δεν επιλέγει αυτή τη θέση από αφέλεια. Την επιλέγει επειδή αναγνωρίζει ότι η κρατική μορφή, ακόμη και όταν προσφέρει διεθνή νομιμότητα, ενσωματώνει μηχανισμούς αποκλεισμού, βίας και πατριαρχικής εξουσίας. Η σύγκρουση δεν είναι, λοιπόν, ανάμεσα σε “νόμιμο” και “παράνομο”, αλλά ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές πολιτικής ύπαρξης.

Ο λαός της Ροζάβα αναγκάστηκε επανειλημμένως να κινηθεί σε ένα πεδίο διπλωματίας που δεν επέλεξε. Οι τακτικές συμμαχίες, οι προσωρινοί ελιγμοί και οι μεταβαλλόμενες ισορροπίες αποτέλεσαν όροι επιβίωσης σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Η κατηγορία ότι η Ροζάβα έχει υπάρξει «χαμαιλέοντας» συγχέει δύο διαφορετικά επίπεδα: την τακτική προσαρμογή και τη στρατηγική ταυτότητα. Η προσαρμογή στους συσχετισμούς ισχύος δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη πολιτικών αιτημάτων. Σημαίνει αναγνώριση του γεγονότος ότι μια μη-κρατική κοινωνία, υπό διαρκή απειλή αφανισμού, δεν έχει την πολυτέλεια της πολιτικής καθαρότητας. Σε όλη αυτή την πορεία, ο στρατηγικός πυρήνας παρέμεινε σταθερός: αυτονομία, αυτοοργάνωση, γυναικεία απελευθέρωση, κοινωνική δικαιοσύνη και κοινοτική ζωή. Οι διπλωματικοί ελιγμοί δεν ακύρωσαν αυτούς τους στόχους, αποτέλεσαν προσπάθεια να διατηρηθούν ζωντανοί. Η σύγχυση ανάμεσα στη διπλωματική αναγκαιότητα και την πολιτική υποχώρηση είτε αγνοεί τι σημαίνει να ζεις υπό μόνιμη απειλή είτε λειτουργεί σκοπίμως διαστρεβλωτικά. Η επιβίωση δεν είναι συμβιβασμός αρχών, είναι προϋπόθεση για να συνεχίσει να υπάρχει πολιτική σύγκρουση – και η Ροζάβα συνεχίζει, όντως, να υπάρχει εδώ και 14 πλέον χρόνια, εν μέσω μιας φλεγόμενης Μέσης Ανατολής.

Στη συζήτηση γύρω από τη Ροζάβα αναδεικνύονται δύο χαρακτηριστικές μορφές πολιτικής υποκρισίας, που προέρχονται από διαφορετικά, αλλά συχνά συγκλίνοντα, σημεία του πολιτικού φάσματος. Η πρώτη αφορά τμήματα της Αριστεράς που αντιμετωπίζουν το εγχείρημα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα ενός κρατοκεντρικού και γεωπολιτικού «αντι-ιμπεριαλισμού». Στο όνομα της αντίθεσης στις ΗΠΑ ή σε μια αφηρημένη «Δύση», είναι διατεθειμένα να συγχωρήσουν αυταρχικά καθεστώτα και κρατικές σφαγές ενώ συγχρόνως απορρίπτουν μια εξεγερμένη κοινωνία που, σε συνθήκες πολέμου, αναγκάστηκε σε τακτικές συμμαχίες για να επιβιώσει χωρίς να εγκαταλείψει τον ελευθεριακό της πυρήνα. Η δεύτερη υποκρισία προέρχεται από τον φιλελεύθερο και Δεξιό λόγο που επικαλείται διαρκώς τη δημοκρατία, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, αλλά αδυνατεί να αναγνωρίσει ως πολιτικά έγκυρη μια πραγματική δημοκρατία στη Μέση Ανατολή, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μορφή τοπικής δημοκρατίας ανά τον κόσμο που δεν περνά μέσα από κράτη, κάλπες και αγορές. Η δημοκρατία γίνεται αποδεκτή μόνο όταν είναι θεσμικά ακίνδυνη και γεωπολιτικά ελέγξιμη. Και στις δύο περιπτώσεις, το πρόβλημα είναι η αδυναμία αναγνώρισης μιας πολιτειακής εμπειρίας που δεν χωρά στα κυρίαρχα σχήματα κατανόησης. Μιας εμπειρίας χειραφέτησης που αναγκάζει τόσο την Αριστερά όσο και τον φιλελευθερισμό να αντιμετωπίσουν τα όρια των ίδιων τους των πολιτικών παραδοχών.

Η Ροζάβα ενοχλεί όχι απλά επειδή είναι ριζοσπαστική στη ρητορική της, αλλά επειδή είναι ριζοσπαστική στη μορφή της. Ενοχλεί γιατί μεταφέρει την πολιτική από τα κράτη στις κοινότητες, από τις αντιπροσωπεύσεις στις συλλογικές διαδικασίες, από την παθητική ιδιότητα του πολίτη στην ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. Ενοχλεί γιατί αποδεικνύει ότι η πολιτική δεν είναι μονοπώλιο ειδικών ή «μεγάλων παικτών». Ότι μπορεί να οργανωθεί χωρίς αφεντικά, χωρίς πατερναλιστικές εξουσίες, χωρίς κρατική μεσολάβηση. Αυτή η δυνατότητα δεν είναι απλώς ιδεολογική, είναι υλική απειλή για συστήματα που στηρίζονται στην ανάθεση, στην πειθαρχία και στην ιεραρχία. Η στοχοποίηση της Ροζάβα δεν αφορά μόνο τα όσα κάνει, αλλά τα όσα καθιστά ορατά. Δείχνει ότι η πολιτική ανυπακοή δεν είναι στιγμιαία πράξη, αλλά τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας. Ότι η ελευθερία δεν παραχωρείται, αλλά θεσμίζεται από-τα-κάτω. Και αυτό ακριβώς είναι που δεν συγχωρείται.

Η υπεράσπιση της Ροζάβα μας αφορά άμεσα καθώς οι μηχανισμοί που επιχειρούν να τη συντρίψουν δεν είναι τοπικοί. Η πολιορκία, η τρομοκράτηση, η αποπολιτικοποίηση των κοινωνιών και η επαναφορά της «τάξης» μέσω βίας αποτελούν γενικευμένες μεθόδους εξουσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμπειρία της Ροζάβα μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια αλλού. Αναπτύχθηκε σε εξαιρετικές γεωπολιτικές, κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, με συγκεκριμένες πολιτισμικές και υλικές παραμέτρους. Κάθε προσπάθεια μηχανικής γενίκευσης θα ήταν πολιτικά αφελής. Εκείνο που μεταφέρεται δεν είναι το μοντέλο, αλλά το ερώτημα: πώς οργανώνεται η κοινωνία όταν αμφισβητείται η κρατική μεσολάβηση, η πατριαρχική εξουσία και η ανάθεση της πολιτικής σε ειδικούς. Και πώς απαντά η εξουσία όταν αυτές οι αμφισβητήσεις αποκτούν υλική υπόσταση. Η αλληλεγγύη στη Ροζάβα είναι πολιτική στάση. Είναι η αναγνώριση ότι η επίθεση σε ένα τέτοιο εγχείρημα λειτουργεί ως προειδοποίηση: ότι κάθε προσπάθεια κοινωνικής αυτοοργάνωσης, οπουδήποτε, θα αντιμετωπιστεί με παρόμοιους μηχανισμούς καταστολής.

Η υπεράσπιση της Ροζάβα δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε ρητορική καταδίκη της βίας. Είναι πολιτική τοποθέτηση απέναντι σε ένα εγχείρημα που αμφισβητεί έμπρακτα τη λογική του κράτους, της πατριαρχίας και της αγοράς ως μοναδικών μορφών οργάνωσης της ζωής. Όσα επιχειρούνται σήμερα στη Ροζάβα δεν αφορούν μόνο μια περιοχή. Αποτελούν μήνυμα προς κάθε κοινωνία που επιχειρεί να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Γι’ αυτό η αλληλεγγύη δεν είναι επιλογή ηθικής, αλλά πολιτική αναγκαιότητα. Η υπεράσπιση της Ροζάβα είναι υπεράσπιση της δυνατότητας να υπάρξει πολιτική έξω από το κράτος, τον καπιταλισμό και την πατριαρχική εξουσία. Είναι υπεράσπιση των δικών μας αγώνων. Εδώ και τώρα.

–Άμεση διεθνής αναγνώριση της Αυτόνομης Διοίκησης της Βορειοανατολικής Συρίας (Ροζάβα) & σεβασμός στο αυτόνομο πολιτικό της καθεστώς–

–Όλοι-ες στους δρόμους για τη Ροζάβα–

–SAVE ROJAVA – STOP WAR AGAINST KURDS–

–We stand with Rojava–

“ΑΥΤΕΝΕΡΓΕΙΑ” – πολιτική ομάδα
με την άμεση δημοκρατία για την ατομική & κοινωνική αυτονομία